Ο Παρατηρητής

του βόρειου Ταϋγέτου

Ημερολόγιο

November 2017
Mo Tu We Th Fr Sa Su
30 31 1 2 3 4 5
6 7 8 9 10 11 12
13 14 15 16 17 18 19
20 21 22 23 24 25 26
27 28 29 30 1 2 3

Δαμιτζάνα, νταμιτζάνα, ντ(ρ)αμουτζάνα:
Η λέξη αυτή είναι σχεδόν διεθνής και προέρχεται από τις γαλλικές  λέξεις «ντάμ Ζαν» που σημαίνει κυρά Γιαννούλα. Λέγεται πως οφείλεται σε κάποια γυναίκα, Γαλλίδα βέβαια, η οποία διατηρούσε κινητό ποτοπωλείο (μπαρ), ακολουθούσε τα στρατεύματα του Μεγάλου Ναπολέοντα και πουλούσε στους στρατιώτες οινοπνευματώδη.

Ο συσχετισμός της σημερινής δαμετζάνας με την νταμ Ζαν, αποδίδεται από κάποιους στο ογκώδες σώμα της ίδιας και από άλλους στα δοχεία μέσα στα οποία μετέφερε τα ποτά της και τα οποία είχαν το γνωστό σχήμα.
Νταμιτζάνα είναι η μεγάλη γυάλινη φιάλη που χώραγε συνήθως πάνω από πέντε οκάδες, και χρησίμευε στην αποθήκευση ή μεταφορά υγρών (κρασιού, λαδιού, χημικών υγρών κ.λπ.). Για μεγαλύτερη ασφάλεια, περιβαλλόταν συνήθως από πλέγμα ψάθινο, συρμάτινο ή σιδερένιο. Σήμερα το προστατευτικό πλέγμα είναι πλαστικό. Η μεγάλη νταμιζάνα είχε δυο χερούλια από τις δύο πλευρές για να μεταφέρεται ευκολότερα, ενώ οι μικρές είχαν ένα χερούλι (λαβή). Υπάρχει και μία εκδοχή πως η λέξη είναι Αραβικής προέλευσης.

 

Ξαγγλίζω: προσπαθώ να χτενίσω τα μπερδεμένα μαλλιά συνήθως μετά το λούσιμο. Η λέξη κοντεύει να εκλείψει, επειδή στην εποχή μας τα σαμπουάν και οι κρέμες μαλλιών διευκολύνουν το χτένισμα. Πριν από τα χημικά προϊόντα τα μαλλιά λούζονταν με βροχόνερο ή τους έβαζαν μετά το λούσιμο κρασί ή ξύδι που επί πλέον προστάτευε και από τις ψείρες. Η λέξη προέρχεται από την αρχαία λέξη αγλίς –ίθος,=η κεφαλή του σκόρδου, και άγγλιθες «εξ ων συνέστηκεν η κεφαλή των σκορόδων». Όταν οι γεωργοί θέλουν να αποθηκεύσουν τη σοδειά τους από σκόρδα, τα βάζουν σε σειρά  και αφού ξαγγλίσουν (τακτοποιήσουν) τα φύλλα τους φτιάχνουν πλεξούδες, όπως χτένιζαν παλιά σε κοτσίδα τα μακριά μαλλιά των κοριτσιών.


Tεμπηχιάζω ρήμα μεταβατικό που σημαίνει προαγγέλλω, προδιατάσσω, προκηρύσσω. «Σ΄ετεμπήχιασα να μαζώξεις τα ζωντανά σου, γιατί πάνε στ΄αμπέλια». «Ετεμπηχιάσανε στην εκκλησία ταχιά να πάνε να σιάξουν το δρόμο» (γράφει ο Π. Παπαζαφειρόπουλος στο έργο του «Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων»). Τη λέξη τεμπηχιάζω τη χρησιμοποιούσε ο μακαρίτης Νίκος Λαμπής και άλλοι συντοπίτες μας, με τη σημασία του στριμώχνω κάποιον και τον φέρνω σε δύσκολη θέση. Είναι πολύ πιθανόν η λέξη να προέρχεται από την αρχαία λέξη τέμπεα, -η που σημαίνει «… πάσα αποκεχωρισμένη κοιλάς, ….αι εν πάσι τοις όρεσιν στενόταται διαβολαί, ….οι στενοί τόποι», κοινώς, στρίμωγμα.

 

Συμπάω: Για τη σημασία της λέξης ο Παπαζαφειρόπουλος γράφει, «ωθώ τους δαυλούς υπό την πυράν και μεταφορικά συντρέχω, αναγκάζω». Ο Φαίδων Μπουμπουλίδης στο έργο του «Μεταβυζαντινή ποίησις» για τη σημασία της ίδιας  λέξης γράφει, «συνδαυλίζω, εξάπτω το πυρ».  Αλλά και όταν ήμασταν παιδιά, πολλές φορές μας είπε η μάνα μας και η γιαγιά μας,  να συμπήσουμε τα ξύλα στη φουφού ή στη γωνιά για να μη σβήσει η φωτιά. Το συμπήσσω, εσύμπησσα , προέρχεται από την αρχαία λέξη συμπήγνυμι που σημαίνει συντίθεμαι, σύγκειμαι, συμπυκνούμαι (Liddell Scott). Πριν να καθολικευτεί η χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος, οι νοικοκυρές μαγείρευαν στη φουφού ή στο τζάκι, ανάβοντας ξύλα, στην αρχή λιανόξυλα και στη συνέχεια δαυλιά που εξοικονομούσαν από τις γεωργικές εργασίες. Για να συντηρηθεί η φωτιά έπρεπε να συμπήσουν τα ξύλα, να τα κουνήσουν και να τα συμπυκνώσουν.  Όσο για τον όρο συνδαυλίζω ή συντραυλίζω, λεγόταν πιο πολύ στο άναμμα του φούρνου που ήταν απαραίτητος σε κάθε χωριατόσπιτο.

 

Ξενοδιαβάζω: Προφανώς η λέξη είναι παρασύνθετη από τις λέξεις ξένο και διαβάζω. Ο Κοραής στα «Άτακτα» στο διαβάζω δίνει τη σημασία του διαβιβάζω, διάγω. Το βιβάζω και το βαίνω είναι ρήματα της ίδιας γενεάς. Το διαβάζω όπως και διαβαίνω σημαίνει διέρχομαι, διαπερώ, από κει προέρχεται ο διαβάτης. Οι παλαιοί μεταχειρίζονταν το ρήμα που σημαίνει κίνηση και με τη σημασία του αναγιγνώσκω. Και οι Γάλλοι με τον ίδιο τρόπο το parcourir που σημαίνει διατρέχω (parcourir la lettre= διαβάζω το γράμμα).
 Όταν λοιπόν χάλαγαν τα κεραμίδια από τη φθορά του χρόνου ή από τα κουνάβια που τα αναποδογύριζαν σε αναζήτηση τροφής και έσταζε η στέγη, ανέβαινε στη σκεπή ο μάστορας για ξενοδιάβασμα. Έπρεπε να τα διαβεί (διαβάσει) προσεκτικά και να αντικαταστήσει τα φθαρμένα με άλλα γερά, ξένα. Μην ξεχνάμε πως όταν οι γυναίκες ήθελαν να μπαλώσουν ή να αυγατίσουν ένα ρούχο έλεγαν «θα βάλω ξένο».

KastoreionReunion

  • 1
  • 2
  • 3
Prev Next

e-books

  • Λέξεις
  • Διεθνή
  • Σπορ

Πρόγραμμα Τηλεόρασης