Ο Παρατηρητής

του βόρειου Ταϋγέτου

Ημερολόγιο

November 2017
Mo Tu We Th Fr Sa Su
30 31 1 2 3 4 5
6 7 8 9 10 11 12
13 14 15 16 17 18 19
20 21 22 23 24 25 26
27 28 29 30 1 2 3

Κοκκεύω, κοκκεύει: τη λέξη τη χρησιμοποιούσαν όταν κάποιος  έριχνε τη ματιά του και εντόπιζε ένα πρόσωπο μέσα στο χώρο (με κοκκεύει, με κόκκεψε κ.λπ.).
Είναι πασιφανές πως πρόκειται για παράγωγο της λέξης κόκκος. Την εξήγηση δίνει ο Φ. Κουκουλές στο έργο του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» όπου περιγράφει πώς έστηναν παγίδες σε πτηνά. Έβαζαν δίχτυα με πασσάλους μπηγμένους στο έδαφος και σε θηλιές από νήμα ή ευλύγιστα κλαδιά, τοποθετούσαν «κόκκο σίτου» ή κάτι παρόμοιο. Το πουλί αναζητώντας τροφή, όταν εντόπιζε τον κόκκο, δηλ. κόκκευε, ορμούσε στο δίχτυ και παγιδευόταν.

Στην «Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης» θησαυρίζεται η λέξη «κοκκώνω» με τη σημασία «προσηλώνω τους οφθαλμούς μου, καθορώ, ορώ τι μετ’ επιστασίας, προσοχής». Από την ίδια ρίζα προέρχονται οι λέξεις κουκί, κουκούδα, κόκαλο (ο ξυλώδης πυρήνας των καρπών κοινώς  κουκούτσι και ο πυρήνας της ελιάς κοινώς λιοκόκκι), το κοκκάρι (ο μικρός βολβός που προκύπτει από τη σπορά του κρεμμυδιού και τον χρησιμοποιούσαν για μαλακτικό κατάπλασμα, για βαφή αυγών και μεταξωτών ή και για ορεκτικό), το κόκκινο (κρεμεζί) χρώμα που βγαίνει από τον κόκκο του πρίνου (πρινοκόκκι, Πρινοκοκκάς) κ.λπ.

 

Αλληκοντίζω: εμποδίζω κάποιον. Στην «Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης» θησαυρίζεται η λέξη αλληκοτάω (=εμποδίζω κάποιον προς ώρας και έμμεσα), αλληκοντεύγω και αλληκοτιέμαι, στα «Άτακτα» του Κοραή αλληκοντίζω. Σε σύγχρονο λεξικό γράφεται πως το αλικο(ν)τίζω ετυμολογείται από την τούρκικη λέξη alikoymak. Όμως από τα αρχαία ελληνικά υπάρχουν τα ρήματα ακοντίζω (=ρίχνω το ακόντιο με στόχο να πετύχω το μεγαλύτερο δυνατό βεληνεκές), εξακοντίζω και διακοντίζω. Παράλληλα στα νέα ελληνικά έχουμε τις λέξεις άλλη-θωρίζω, άλλη-στρατίζω, άλλη-χλοΐζω. Πιθανόν, όταν άλλαζε τροχιά το ακόντιο από κάποιο φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο (αέρα, ασπίδα ή έναν Χάρι Πότερ!) αποδόθηκε με τη λέξη αλληκοντίζω. Για τη λέξη αλληκοντίζω και αλληκοντάω, έθεσε τον προβληματισμό ο Θεόκλητος Ρουμελιώτης. Σε σύντομη έρευνα φάνηκε πως η λέξη είναι γνωστή στους σύγχρονους Καστανιώτες, ώριμους και μη.
 
Τραβώ: σύρω, έλκω με δύναμη. Η λέξη ετυμολογείται από το μεσαιωνικό ταυρώ-ταυρίζω (=τραβώ όπως ο ταύρος, σύρω βίαια) και αυτό με τη σειρά του από την αρχαία λέξη ταύρος. Φαίνεται πως για να μεταφέρουν βαριά αντικείμενα, πριν να λύσουν το πρόβλημα με μηχανές, χρησιμοποιούσαν δυνατά ζώα όπως οι ταύροι. Ο Στέφαν Τσβάιχ στο έργο του «Οι μεγάλες ώρες της ανθρωπότητας» γράφει μεταξύ άλλων: «..ο Μωάμεθ προστάζει να φτιάξουν ένα κανόνι με κολοσσιαίες διαστάσεις. Η κατασκευή πέτυχε αλλά παρουσιάστηκε πρόβλημα πιο δύσκολο, πώς θα κουβαλήσουν το χάλκινο δράκοντα ως τις πύλες του Βυζαντίου. …. Πενήντα ζευγάρια βόδια είναι ζεμένα σε μια σειρά αμάξια όπου αναπαύεται μοιρασμένος κανονικά ο γιγάντιος μεταλλικός σωλήνας…». Σύμφωνα με την ετυμολογική αρχή που υποδείχτηκε πριν από εκατό χρόνια και πλέον, έπρεπε να γράφεται τραυώ, αλλά επικράτησε το τραβώ.

 

Στοιβάζω: τοποθετώ πράγματα σε στοίβες, συμπιέζω, στριμώχνω. Προέρχεται από τη λέξη στοίβη (αστοιβή, ανωνίδα, ποτήριον, αφάνα). Είναι ο αγκαθωτός θάμνος η γνωστή μας αφάνα, που τη χρησιμοποιούσαν για προσάναμμα, για φράχτες και για να φτιάξουν σάρωθρα (σκούπες), αλωνόσκουπες στην Καστανιά και  ντορβάτες (ντρουβάτες) στην Κορινθία. Έκοβαν αφάνες με ξινάρι από τη ρίζα και στοίβαζαν 2-3 μαζί ανάλογα με το μέγεθος, τις έβαζαν σε νερό για μερικές  μέρες, ώστε να μαλακώσουν, να ελαστικοποιηθούν και από πάνω έβαζαν μια μεγάλη πέτρα για να πατηθούν και να συμπιεστούν. Όταν μαλάκωναν, είχαν ένα στειλιάρι με διχάλα στην άκρη και στη διχάλα προσάρμοζαν την αφάνα από τη μεριά της ρίζας. Τη στερέωναν γερά με σύρμα, σταυρωτά και με τέχνη, και όταν γινόταν από μερακλήδες το αποτέλεσμα ήταν αριστουργηματικό. Οι αλωνόσκουπες ήταν πρακτικές γιατί μάζευαν τα άχυρα από το αλώνι, τα φρούσαλα από την αυλή και τα διάφορα σκουπίδια από τους δρόμους χωρίς να σηκώνουν χώματα. Ο αγρότης πάντα είχε στο οπλοστάσιό του, μια κουλούρα σύρμα και γερά ξύλα κατάλληλα για τις δουλειές του, στειλιάρια για τα εργαλεία του, τέμπλες για το τίναγμα της καρυδιάς ή της μυγδαλιάς, μαγκούρα για τις ελιές, φουρκάδες (τσίτες) για τα αμπέλια του, ξύλα για το παιχνίδι των παιδιών όπως το τσυλίκι (ξυλίκι) και πάει λέγοντας.

KastoreionReunion

  • 1
  • 2
  • 3
Prev Next

e-books

  • Λέξεις
  • Διεθνή
  • Σπορ

Πρόγραμμα Τηλεόρασης