Ο Παρατηρητής

του βόρειου Ταϋγέτου

Ημερολόγιο

November 2017
Mo Tu We Th Fr Sa Su
30 31 1 2 3 4 5
6 7 8 9 10 11 12
13 14 15 16 17 18 19
20 21 22 23 24 25 26
27 28 29 30 1 2 3

Πετσούρι: έτσι λένε στην Καστανιά το μικρό χωράφι. Ο Φ. Κουκουλές στο έργο του "Βίος των Βυζαντινών" αναφέρει με την ίδια σημασία πετσίν χωράφιν.
Η μεσαιωνική λέξη πετσίν που προήλθε ή από την ιταλική λέξη pezza που σημαίνει κομμάτι, ή από την αρχαιοελληνική λέξη πέσκιον, υποκοριστικό του πέσκος (=δέρμα, φλούδα, κομμάτι υφάσματος (ίσως από το πέσκιον βγαίνει το πεσκίρι ύφασμα με το οποίο στρώνουν την πινακωτή, αν και τα λεξικά γράφουν πως το πεσκίρι είναι τούρκικη λέξη).

πετσώνω=α) μπαλώνω με πετσί τα φθαρμένα μέρη των παπουτσιών στο επάνω μέρος, ράβοντας με κηρωμένη κλωστή (σφήκωμα). β) ντύνω με δέρμα το κάτω μέρος των παπουτσιών, σολιάζω. γ) ενισχύω το πέλμα του τσαρουχιού ράβοντας κάττυμα (=παχύ δέρμα, κοινώς πέτσωμα, σόλα, πάτος).
Πέτσωμα γενικά είναι η επένδυση ή επικάλυψη μιας επιφάνειας με δέρμα, ντύνω με πετσί. Πέτσωμα κατά τον Ελευθερουδάκη, είναι το πέλμα του υποδήματος, η σόλα.
Πετσώματα λέγονταν τα χρηματικά ποσά που κατέβαλλαν οι κυβερνήσεις στα ανταρτικά σώματα την εποχή της δράσης τους στους ακήρυχτους κατά της Τουρκίας πολέμους (1867-1879). Οι οπλαρχηγοί ζητούσαν συνέχεια χρηματικές χορηγίες για την προμήθεια πετσωμάτων για τα τσαρούχια των ανταρτών. Η λέξη προσέλαβε πολιτική σημασία και διατηρήθηκε επί μακρόν, σημαίνοντας χρηματικές χορηγίες για ύποπτες ή επισφαλείς υπηρεσίες.
Πέτσωμα στη ναυτική γλώσσα λεγόταν το ντύσιμο του καραβιού για να εξασφαλίζεται η στεγανότητα και στη γλώσσα των οικοδόμων το στρώσιμο των σανιδιών (καλούπωμα) πριν ρίξουν τα τσιμέντα.
Ο Ησύχιος γράφει πέσκος είναι η θήκη η φτιαγμένη από πετσί και πετζώνω είναι το καττύειν, συρράπτειν.
Ο Κοραής λέει ότι πετζωτής είναι ο διορθωτής παλαιών υποδημάτων. Από το πετζίον δηλ. το πεσκίον υποκοριστικό του παλαιού πέσκος (= το δέρμα των προβάτων) εσχηματίσθη ο πετσωτής.

 

χαμώ(ό)ρυγας με συνώνυμα τυφλοπόντικας, σφάλαγγας, ασπάλαξ, σπάλαξ. Κατά τον Ησύχιο είναι "είδος αρουραίου μυός εκ γενετής τυφλού …ζώου γαιωρύχου". Η λέξη προέρχεται από το χάμω και ορύσσω (ανοίγω όρυγμα, σκάβω).
Την Τσικνοπέμπτη ενώ "τσίκνιζαν" κάποιοι φίλοι, θυμήθηκαν πως η αείμνηστη δασκάλα Αμαλία Ξυδιά-Ανδριανοπούλου είπε κάποιον συμμαθητή τους χαμόρυγα, με τη σημασία του μουλωχτού, του υπόγειου τύπου. Αμέσως άναψε η κουβέντα για την ετυμολογία της λέξης. Η φίλη μας η Άννα υποστήριξε πως το β΄ συνθετικό της λέξης σχετίζεται με το ρήγμα και ρήγνυμι (=σπάζω), επειδή ο τυφλοπόντικας σκάβει. Η φίλη μας όμως η Βαρβάρα είπε πως η λέξη σχετίζεται με το ορύσσω, όρυγμα και έπεσε διάνα. Τη λέξη χαμόρυγας έχει θησαυρίσει ο Κοραής στα "Άτακτα". Να υπενθυμίσουμε ότι ο αρουραίος (μυς) λέγεται έτσι επειδή ζει στους αγρούς και άρουρα (arura) είναι η καλλιεργήσιμη γη. Ενώ αυτός που συχνάζει στους χώρους με τρόφιμα λέγεται ποντικός από τη λέξη πόντος = θάλασσα. Στα μακρινά θαλασσινά ταξίδια οι ναυτικοί γέμιζαν με προμήθειες τα αμπάρια κι εκεί τρύπωναν οι ποντικοί και έκαναν πάρτι. Όταν βυθιζόταν το καράβι, πρώτοι το εγκατέλειπαν οι ποντικοί γιατί τα νερά έμπαιναν πρώτα στα χαμηλά μέρη του καραβιού.

 

Ρασέικα (μία άποψη για την προέλευση του ονόματος) Είναι πιθανόν να ζούσαν σ' αυτόν το μαχαλά, ρασ(ι)άδες που ύφαιναν ή έβαφαν τα ράσα.
Το ράσο είναι πανωφόρι υφασμένο με μάλλινο στημόνι και μάλλινο υφάδι. Το υφάσιμό του λέγεται ρασοπάτι και γίνεται με τέσσερα ποδαρικά. Το ράσο έχει μανίκια μακριά, κατσούλα (κουκούλα) και έξι κανάλια (λούκια), τρία από την κάθε πλευρά. Για να βάψουν το ράσο ζεμάταγαν μαλλιά με βραστό νερό και σούρωναν να φύγει η χοντρή βρωμιά. Το νερό που έμενε, η σαριά, το άφηναν να κάτσει 1-2 μέρες και το ξανασούρωναν. Μετά έπαιρναν πλάκες λουλάκι που το έλιωναν και ρίζα από λάπατο, και τα έριχναν μαζί στη σαριά. Βουτάγανε το ράσο και το άφηναν βυθισμένο για 15 μέρες στο υγρό, ξέσκεπο στον ήλιο. Κάθε μέρα έτριβαν το ράσο για να ποτίσει καλύτερα, το έβγαζαν στον ήλιο να λιαστεί, και πάλι μέσα στο νερό. Το χρώμα που παίρνει το ράσο είναι μπλε σκούρο και δεν ξεβάφει καθόλου. Στο τέλος έβαζαν ένα κομμάτι σκουριασμένο σίδερο για να μην το πειράζει ο σκώρος. Έριχναν και κάτουρο για να μην ξεβάφει η μπογιά (οι πληροφορίες αντλήθηκαν από σπαρτιάτικη λαογραφική εργασία).

 

Πολλές λέξεις σχηματίστηκαν τυχαία σε κάποια χρονική στιγμή, χωρίς να έχουν ρίζες στο παρελθόν ή σε άλλη γλώσσα. π.χ. οι λέξεις τραγιάσκα, ούζο και γκιουλέκας. α) Τραγιάσκα είναι το μάλλινο λαϊκό καπέλο με γείσο. Ρουμάνοι εκδρομείς στην Ελλάδα, από ενθουσιασμό φώναζαν trẳϊascẳ Grecia (=ζήτω η Ελλάδα) και πετούσαν τις σκούφιες τους στον αέρα. Με αποτέλεσμα να παρασυνδεθεί η ονομασία του σκούφου με την επευφημία, τραγιάσκα Γκρέτσια. β) Ούζο, είναι το γνωστό οινοπνευματώδες ποτό ελληνικής κατασκευής, από την ανάμειξη καθαρής αλκοόλης, με νερό και αιθέρια έλαια (αντί για γλυκάνισο και μάραθο). Το βαρέλι λοιπόν που στάλθηκε από τον Τύρναβο στη Μασσαλία, έγραφε απ' έξω uso Massalia δηλ. για χρήση της Μασσαλίας και από την ετικέτα- ένδειξη στο βαρέλι ονομάστηκε ούζο το ποτό που είχε μέσα (Δρανδάκης, Ανδριώτης, Ελευθερουδάκης, Μπαμπινιώτης ο οποίος αναφέρει και άλλη άποψη, ότι πιθανόν προέρχεται από την Τούρκικη λέξη uzum, σταφύλι. γ) Γκιουλέκας είναι ο νταής, ο σκληρός, ο παλικαράς. Η λέξη προήλθε από το όνομα του Γκιώνη Λέκκα Αλβανού οπλαρχηγού που με σκληρό αντάρτικο σώμα, στράφηκε εναντίον του σουλτάνου.

KastoreionReunion

  • 1
  • 2
  • 3
Prev Next

e-books

  • Λέξεις
  • Διεθνή
  • Σπορ

Πρόγραμμα Τηλεόρασης