Ο Παρατηρητής

του βόρειου Ταϋγέτου

Ημερολόγιο

November 2017
Mo Tu We Th Fr Sa Su
30 31 1 2 3 4 5
6 7 8 9 10 11 12
13 14 15 16 17 18 19
20 21 22 23 24 25 26
27 28 29 30 1 2 3

Σούφρα είναι η πτυχή, η πτύχωση, η σούρα, ο μαρασμός βρέφους από αθρεψία. Μάλλον πρόκειται για την αρχαία λέξη σύφαρ που κατά το λεξικό LIDDELLSCOTT σημαίνει τεμάχιο ρυτιδωμένου δέρματος, το σύκο το ζαρωμένο. Σαν επίθετο η λέξη σύφαρ σημαίνει ο ρυτιδιασμένος, ο καταπονημένος, ο πολύ γερασμένος. Κατά το Μέγα Ετυμολογικό λεξικό, σύφαρ δεν είναι απλώς τα γεράματα αλλά και το επακόλουθο της εσχάτης ηλικίας, το καταρυτιδιασμένο δέρμα.

Διαβάστε περισσότερα: Λεξιλογικά-A

Φορτσέρι: Στην Καστανιά κάποιοι συμπατριώτες μας με αφοπλιστικά χιουμοριστική διάθεση και με γλωσσική άνεση, ονομάζουν φορτσέρι ή κουτί το φέρετρο. Άκουσα τη λέξη από τον Γ. Αποστολάκο και το Θ. Μιχαλόπουλο (η λ. υπάρχει στην εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη).

Διαβάστε περισσότερα: Λεξιλογικά-27

Δαμιτζάνα, νταμιτζάνα, ντ(ρ)αμουτζάνα:
Η λέξη αυτή είναι σχεδόν διεθνής και προέρχεται από τις γαλλικές  λέξεις «ντάμ Ζαν» που σημαίνει κυρά Γιαννούλα. Λέγεται πως οφείλεται σε κάποια γυναίκα, Γαλλίδα βέβαια, η οποία διατηρούσε κινητό ποτοπωλείο (μπαρ), ακολουθούσε τα στρατεύματα του Μεγάλου Ναπολέοντα και πουλούσε στους στρατιώτες οινοπνευματώδη.

Διαβάστε περισσότερα: Λεξιλογικά-29

Κοκκεύω, κοκκεύει: τη λέξη τη χρησιμοποιούσαν όταν κάποιος  έριχνε τη ματιά του και εντόπιζε ένα πρόσωπο μέσα στο χώρο (με κοκκεύει, με κόκκεψε κ.λπ.).
Είναι πασιφανές πως πρόκειται για παράγωγο της λέξης κόκκος. Την εξήγηση δίνει ο Φ. Κουκουλές στο έργο του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» όπου περιγράφει πώς έστηναν παγίδες σε πτηνά. Έβαζαν δίχτυα με πασσάλους μπηγμένους στο έδαφος και σε θηλιές από νήμα ή ευλύγιστα κλαδιά, τοποθετούσαν «κόκκο σίτου» ή κάτι παρόμοιο. Το πουλί αναζητώντας τροφή, όταν εντόπιζε τον κόκκο, δηλ. κόκκευε, ορμούσε στο δίχτυ και παγιδευόταν.

Διαβάστε περισσότερα: Λεξιλογικά-30

Πετσούρι: έτσι λένε στην Καστανιά το μικρό χωράφι. Ο Φ. Κουκουλές στο έργο του "Βίος των Βυζαντινών" αναφέρει με την ίδια σημασία πετσίν χωράφιν.
Η μεσαιωνική λέξη πετσίν που προήλθε ή από την ιταλική λέξη pezza που σημαίνει κομμάτι, ή από την αρχαιοελληνική λέξη πέσκιον, υποκοριστικό του πέσκος (=δέρμα, φλούδα, κομμάτι υφάσματος (ίσως από το πέσκιον βγαίνει το πεσκίρι ύφασμα με το οποίο στρώνουν την πινακωτή, αν και τα λεξικά γράφουν πως το πεσκίρι είναι τούρκικη λέξη).

Διαβάστε περισσότερα: Λεξιλογικά-31

KastoreionReunion

  • 1
  • 2
  • 3
Prev Next

e-books

  • Λέξεις
  • Διεθνή
  • Σπορ

Πρόγραμμα Τηλεόρασης