Ζωή Χιονίδου-Τσιλιγκιαρίδου Γράφει ο Γ. Μυρίδης

0
0
0
s2sdefault
powered by social2s

Υπάρχουν κάποιες περίοδοι στη ζωή μας που κάποιες πληροφορίες για συγκεκριμένο γνωστό μας πρόσωπο μας συγκλονίζουν και συγχρόνως μας κάνουν γνωστά γεγονότα που αγνοούσαμε.
Είναι τόσο συγλονιστικά καποια γεγονότα, που είναι πάρα πολύ δύσκολο να αναλογισθεί κανείς πως είναι δυνατόν κάποιοι άνθρωποι που κουβαλούν απίστευτο πόνο και την δυστυχία σε όλη τους τη ζωή, με καρτερία,να καταφέρνουν να επιζούν κρατώντας στη μνήμη βιώματα σκληρά, τραγικά γεγονότα, και απίστευτους διωγμούς και κακουχίες έως ότου καταλήξουν στήν νέα τους πατρίδα.

Πρίν από ένα χρόνο σε εκδήλωση που έγινε στη Σπάρτη από τον τοπικό σύλλογο Ποντίων ήταν προσκεκλημένος ο καθηγητής του Α.Π.Θ κος Κωνσταντίνος Φωτιάδης για ομιλία σχετικά με τον Ποντιακό Ελληνισμό μαζί με κάποιους άλλους από ποντιακές ενώσεις της Μακεδονίας. Μαζί τους ήταν και ο Δημήτρης Πιπερίδης με καταγωγή από τη Σάντα του Πόντου, και επισκέφτηκαν και το χωριό μας Νέα Λιβερά.
Σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί μου (εγώ έλειπα από το χωριό ), με τους δύο τούς ενημέρωσα για κάποια πρόσωπα και γεγονότα που εγώ εγνώριζα σχετικά με το χωριό μας.
Σέ επόμενη τηλεφωνική επικοινωνία με τον κο Πιπερίδη, που ενδιαφερόταν να μάθει για πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη νέα Λιβερά με καταγωγή από τη Σάντα του Πόντου,και μετά από συζήτηση μου με τον Σάββα Τιγκλιανίδη που λόγω ηλικίας γνώριζε περισσότερα, τον ενημέρωσα ότι μεταξύ των ελαχίστων που ήλθαν από τη Σάντα (Σαντά) του Πόντου και εγκαταστάθηκαν στη Νέα Λιβερά ήταν και η γιαγιά Ζωή .
Αυτή λοιπόν είναι η συγκλονιστική ιστορία της Ζωής όπως μου την διηγήθηκε ο κος Πιπερίδης.
Η Ζωή Χιονίδου-Τσιλιγκιαρίδου ζούσε μόνη στη Σάντα την εποχή των άγριων διωγμών της συγκεκριμένης περιοχής, γιατί ο άντρας της ήταν αντάρτης στο αντάρτικο σώμα του γενναίου πολέμαρχου Ευκλείδη, πολεμώντας τους Τούρκους, και φρόντιζε τα δύο της μικρά κοριτσάκια ενώ ήταν έγκυος στο τρίτο της παιδί.
Μετά από την τελευταία καταστροφή της Σάντας γυναίκες και παιδιά και όσοι ηλικιωμένοι μπορούσαν, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε ορεινές περιοχές με πυκνά δάση για να προφυλαχθούν, οδηγημένοι εκεί από τους αντάρτες που πολεμούσαν τους Τούρκους.
Εκεί κάποια στιγμή η Ζωή εγέννησε .Όπως μου ανέφερε ο Πιπερίδης οι Τούρκοι την ανάγκασαν να θάψει το παιδί της ζωντανό και να συνεχίσουν την πορεία αιχμαλωσίας .Άλλες μαρτυρίες σχετικές με το αντάρτικο της Σάντας αναφέρουν ότι οι γυναίκες όταν οι Τούρκοι είχαν πλησιάσει στα σημεία που ήσαν κρυμμένα τα γυναικόπαιδα για να μην γίνουν αντιληπτοί από τα κλάματα των μωρών αναγκάστηκαν να τα σκοτώσουν.
Η Ζωή με τα δυο κοριτσάκια μαζί με τους άλλους, οδηγήθηκαν από τους αντάρτες σε ασφαλέστερα σημεία για να μπορέσουν με ασφάλεια να καταφύγουν στα πλησιέστερα χωριά. Κάποιοι πήγαν και στη Λιβερά. Κατά τη διάρκεια της δύσκολης πορείας το μικρότερο κοριτσάκι πέθανε.
Το τρίτο μεγαλύτερο κοριτσάκι της χάθηκε μέσα στο χαμό της προσφυγιάς και η γιαγιά Ζωή που εμείς γνωρίσαμε ήλθε μόνη της στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε με τους άλλους πρόσφυγες στη Νέα Λιβερά.
Θυμάμαι ότι εμείς παιδία του δημοτικού στέλναμε γράμματα στόν Ερυθρό Σταυρό και κάθε μεσημέρι στις 2,30 περιμέναμε να ακούσουμε στις αναζητήσεις μήπως βρεθεί το κοριτσάκι της, δυστυχώς χωρίς αποτέλεσμα.
Αυτή με λίγα λόγια είναι η άγνωστη τραγική ζωή της γιαγιάς Ζωής, για την οποία ποτέ δεν μας μίλησε και γι' αυτό δεν την γνώριζε κανείς μας.
Με την ευκαιρία θα ήθελα να αναφέρω και ένα ιστορικό στιγμιότυπο που μας διηγήθηκε τα βράδια που ερχότανε στο σπίτι μας για επίσκεψη (παρακάθι).
Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα όταν εργάτες μεταξύ αυτών και πολλοί Πόντιοι, έσπαγαν πέτρες για να γίνει το χαλίκι που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της γέφυρας στον ποταμό Καστορα.
Η κυρά Ζωή τυλιγμένη από τα πόδια μέχρι τη μέση με ένα τσουβάλι, για να προφυλαχθεί από τα χαλίκια, έσπαγε τις πέτρες ενώ κάποιοι περαστικοί ή και περίεργοι παρακολουθούσαν.
Τότε εμπνεύστηκε το τετράστιχο που μας έλεγε.
Εδώ θα πρέπει να αναφέρω ότι ήταν μία γυναίκα με πολύ καλή γραμματική κατάρτιση.
Το τετράστιχο.


Άλλοι ετέρναν απ’ αδά
και άλλοι από κείνη,
κι' εγώ από την εντροπήν,
εσέβα στο σακίνι.


Δηλαδή, Άλλοι κοιτούσαν από εδώ και άλλοι από την άλλη μεριά, και εγώ από την ντροπή μου μπήκα μέσα στο τσουβάλι.
Μιας και θυμήθηκα το παρακάθι είναι ευκαιρία να σας αναφέρω και ένα σκετς που κάποια βράδια παίζαμε, με τη γιαγιά Ζωή στην αφήγηση και εμένα μικρό, (επτά-οκτώ χρονών) στη δράση.
Εγώ λοιπόν με ένα λάχανο στο στόμα κάνοντας το λαγό να κρύβομαι κάτω από το τραπέζι, και η Ζωή να αφηγείται το ποίημα με τον κυνηγό και τον λαγό.

Νύχτα ο λαγός εβγήκε,
λαχανόκηπο εβρήκε,
μπαίνει μέσα και αρχίζει
την κοιλιά του να γεμίζει.

Δυστυχία του παρέκει
κυνηγός με το ντουφέκι,
τον πτωχόν παραμονεύει
πλησιάζει καί σκοπεύει.

Μπαμ ηκούσθη στον αέρα,
πλην το βόλι πήγε πέρα,
και το ζώον το καημένο
ετινάχθη τρομαγμένο.

Τρέχει ο λαγός ακόμα
με το λάχανο στο στόμα,
εδιδάχθη να προσέχει
πού εμπαίνει και πού τρέχει.

Γιώργος Μυρίδης <Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.>

0
0
0
s2sdefault
powered by social2s