Τράπεζες και τραπεζίτες στην κλασική Αθήνα

0
0
0
s2sdefault
powered by social2s

Με αφορμή τη χτεσινή χρηματιστηριακή “μαύρη” μέρα των ελληνικών τραπεζών έχει ενδιαφέρον μια μικρή ιστορική αναδρομή στο ένδοξο παρελθόν μας και σε αναζήτηση απαντήσεων για τη χρησιμότητα και τη δημιουργία των πρώτων τραπεζικών ιδρυμάτων. Πρωτοπόροι και σε αυτό τον τομέα οι πρόγονοί μας όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης διαβάζοντας το παρακάτω άρθρο που δημοσιεύτηκε το 2002 στο περιοδικό ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ Μαΐου-Ιουνίου, σελ. 23-24.

Πολλοί είναι οι Έλληνες οικονομολόγοι που θεωρούν αιτία της σύγχρονης οικονομικής κακοδαιμονίας της χώρας τον μεταπρατικό της χαρακτήρα, υποστηρίζοντας πως οι Έλληνες αποφεύγουν τις επενδύσεις στη βιομηχανία ή τη σύγχρονη τεχνολογία και προτιμούν την ενασχόληση με το εμπόριο, που αποφέρει, όταν αποφέρει, ταχύτερα και ευκολότερα οικονομικά οφέλη.

Πιθανότατα τους διαφεύγει πως ήδη από τους κλασικούς χρόνους ψυχή της αθηναϊκής οικονομίας είναι όχι η βιομηχανία αλλά το εμπόριο. Αν και πολλοί παραγωγοί εξακολουθούν να πουλάνε το προϊόντα τους απ’ ευθείας προς τον καταναλωτή ολοένα και περισσότεροι απ’ αυτούς χρειάζονται τη μεσολάβηση της αγοράς για τη διάθεση της παραγωγής τους. Έτσι δημιουργείται μια τάξη λιανεμπόρων που περιφέρουν την πραμάτεια τους στους δρόμους ή ακολουθούν τους στρατούς στις εκστρατείες τους ή, ακόμη, προσφέρουν τα εμπορεύματά τους προς πώληση στις γιορτές και τα πανηγύρια, που, από εκείνα τα χρόνια, είναι πάμπολλα στον ελληνικό χώρο. Τα εμπορεύματά τους τα διαθέτουν για πώληση επίσης στα καταστήματα ή στην αγορά ή και σε άλλα μέρη της πόλης, μια διαδικασία της οποίας μέχρι και σήμερα παρατηρούμε σχετικά κατάλοιπα με τους, σπάνιους μεν αλλά υπαρκτούς, γυρολόγους και μικρεμπόρους.

Το εξωτερικό εμπόριο προχωρεί ακόμη ταχύτερα από το εσωτερικό, γιατί γρήγορα οι ελληνικές πολιτείες αντιλήφθηκαν τα πλεονεκτήματα της διεθνούς κατανομής της εργασίας και κάθε μια απέκτησε ειδίκευση σε κάποιο προϊόν. Μέσα σε έναν αιώνα η Αθήνα μεταβαίνει από την οικιακή οικονομία στην αστική και στη συνέχεια στη διεθνή όπου κάθε κράτος εξαρτάται από τις εισαγωγές του που πρέπει να πληρώνει με τα εξαγόμενα προϊόντα του.

Δύο βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το εμπόριο, η ασφάλεια των μεταφορών και ένα ασφαλές μέσο ανταλλαγής, αντιμετωπίζονται, κατ’ αυτή την περίοδο, αρκετά αποτελεσματικά.

Ο αθηναϊκός στόλος για δυο περίπου γενιές, κρατάει ελεύθερες τις θαλάσσιες οδούς και, από το 480 π.Χ. ως το 430 π.Χ. το αθηναϊκό εμπόριο ανθεί όπως δεν επρόκειτο ποτέ να ανθήσει και πάλι, προτού ο Πομπήιος καταστείλει την πειρατεία το 67 π.Χ.

Στο δεύτερο πρόβλημα, το ασφαλές μέσο ανταλλαγής, η Αθήνα απάντησε με το νόμισμά της. Από την εποχή του Σόλωνα και ύστερα η Αθήνα βοήθησε πολύ το εμπόριο καθιερώνοντας σταθερό νόμισμα σφραγισμένο με τη γλαύκα της Αθηνάς τις γνωστές «γλαύκες», από τις οποίες και η γνωστή ρήση «κομίζω γλαύκα εις Αθήνας».

Παρ’ όλες τις περιπέτειές τους οι Αθηναίοι δεν υποτιμούν τα αργυρά τους νομίσματα, κάτι που στον αρχαίο κόσμο ήταν συνήθης πρακτική των διαφόρων πόλεων. Έτσι οι «γλαύκες» γίνονται ευχαρίστως δεκτές σε ολόκληρο το μεσογειακό κόσμο και τείνουν να εκτοπίσουν τα τοπικά νομίσματα. Η Αθήνα κόβει χρυσά νομίσματα μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Τα μικρότερα αθηναϊκά νομίσματα είναι χάλκινα. Οκτώ εξ αυτών αποτελούν έναν οβολό, Έξη οβολοί είναι μία δραχμή. Δύο δραχμές αποτελούν ένα χρυσό στατήρα. Εκατό δραχμές είναι μια μνα. Εξήντα μναι είναι ένα τάλαντο.

Αλλά μια οικονομία νομισματικά εξελιγμένη όπως η αθηναϊκή δε θα μπορούσε να λειτουργήσει ομαλά χωρίς άνετη χρηματοδότηση των εμπορικών, αλλά όχι μόνο αυτών, δραστηριοτήτων. Έτσι, η ανάπτυξη τομέα τραπεζιτικών εργασιών ήταν θέμα χρόνου.

Δεδομένου ότι η ανάπτυξη της αθηναϊκής οικονομίας δημιουργεί αρκετούς πολίτες με περίσσευμα κεφαλαίου και λαμβάνοντας υπόψη πως οι Αθηναίοι αποταμιεύουν αρκετά δημιουργείται η ανάγκη θεσμών που να εξυπηρετούν αυτές τις ανάγκες. Έτσι από την αρχική αντίδραση όσων έχουν χρηματικό πλεόνασμα να κρύβουν τα χρήματά τους στο σπίτι, στη συνέχεια διαπιστώνουν πως είναι σχετικά προτιμότερο, και επικερδέστερο, να τα καταθέτουν στα ταμεία των ναών ή να τα δανείζουν σε φίλους ή όχι με επιτόκια που φτάνουν ως 18%. Οι ναοί χρησιμεύουν ως τράπεζες και δανείζουν σε ιδιώτες ή και πόλεις-κράτη με μικρό τόκο. Ο ναός του Απόλλωνα στους Δελφούς είναι, σε κάποιο βαθμό, μια διεθνής τράπεζα για όλη την Ελλάδα.

Προφανώς η ιδιωτική πρωτοβουλία εκείνης της εποχής δε θα μπορούσε να μείνει για πολύ εκτός αυτής της οικονομικής δραστηριότητας.

Ξεκινώντας από τους κολλυβιστές και τους αργυραμοιβούς η απόσταση ως τους τραπεζίτες δεν είναι πολύ μεγάλη. Έτσι από τον 5ο αιώνα π.Χ. ο σαράφης δέχεται στην τράπεζά του καταθέσεις και δανείζει τους επιχειρηματίες με τόκο μεταξύ 12-30%, ανάλογα με τον κίνδυνο.

Αναφέρεται ότι ο Θεμιστοκλής καταθέτει εβδομήντα τάλαντα στον Κορίνθιο τραπεζίτη Φιλοστέφανο, τακτική που υπενθυμίζει σημερινές πρακτικές με τράπεζες διάφορων εξωτικών παραδείσων.

Περί το τέλος του αιώνα ο Αντισθένης και ο Αρχέστρατος ιδρύουν την τράπεζα που αργότερα, με ιδιοκτήτη τον Πασίωνα, έγινε η διασημότερη από όλες τις ιδιωτικές ελληνικές τράπεζες.

Σημαντικό αριθμό πληροφοριών για τον τρόπο που λειτουργούσαν οι αθηναϊκές τράπεζες των κλασικών χρόνων μπορεί κάποιος να βρει στον «Τραπεζιτικό» του Ισοκράτη, ένα λόγο που γράφτηκε από τον αρχαίο ρήτορα για τις ανάγκες υποστήριξης της θέσης ενός εμπόρου ενώπιον αθηναϊκού δικαστηρίου.

Ο έμπορος που κατέφυγε στις υπηρεσίες του Ισοκράτη ήταν γιος τού Σωπαίου, ισχυρού παράγοντα στην αυλή τού Σάτυρου που βασίλευσε στον Κιμμέριο Βόσπορο από το 433 ως το 387 π.Χ.,.

Στα αθηναϊκά δικαστήρια κατέφυγε ο πελάτης του Ισοκράτη κατά του τραπεζίτη Πασίωνα, κατηγορώντας τον πως καταχράστηκε τα χρήματα που αυτός είχε καταθέσει στην τράπεζά του και που ανέρχονταν στο ποσό των έξι ταλάντων.

Από το λόγο τούτου προκύπτει πως οι τραπεζίτες είχαν αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα στην Αθήνα. Και μολονότι αρκετοί απ’ αυτούς έτυχαν μεγάλων τιμών μαρτυρείται επίσης, ειδικά από τον Δημοσθένη, ότι μερικοί ήταν καταχραστές.

Οι καταθέσεις χρημάτων αλλά και όλες εν γένει οι δοσοληψίες με τραπεζίτες γίνονταν χωρίς την παρουσία μαρτύρων, αλλά τα λογιστικά βιβλία των τραπεζιτών μπορούσαν να χρησιμεύσουν για απόδειξη των συναλλαγών.

Ο εγκαλούμενος τραπεζίτης Πασίων για να αποφύγει τη μαρτυρία του δούλου βοηθού του στην τράπεζα, Κίττου, τον εξαφανίζει, τουλάχιστον σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο εγκαλών. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Κίττος αργότερα εμφανίζεται στην Αθήνα ως τραπεζίτης και αυτός.

Επειδή δε ο εγκαλών δεν έχει τη δυνατότητα, κατά τους ισχυρισμούς του, να επικαλεστεί τα λογιστικά βιβλία του τραπεζίτη, λόγω απωλείας ή καταστροφής τους, προσπαθεί να πετύχει την ομολογία του Κίττου, δούλου του Πασίωνα, αφού οι ομολογίες που επιτυγχάνονταν ύστερα από βασανισμό δούλου ήταν ισχυρότατες δικαστικές αποδείξεις. Για το βασανισμό ήταν όμως απαραίτητη η συγκατάθεση και των δύο μερών, εγκαλούντος και εγκαλουμένου. Η άρνηση συγκατάθεσης είχε ως αποτέλεσμα ηθική βλάβη του αρνουμένου διαδίκου, πράγμα που εκμεταλλευόταν, προφανώς, ο αντίδικός του.

Εν προκειμένω ο Πασίων φέρεται να μη συγκατατέθηκε για το βασανισμό πράγμα που ο εγκαλών επισημαίνει με επίταση στο δικαστήριο.

Η εξέλιξη της δίκης δε μας είναι γνωστή, όμως από το λόγο του Ισοκράτη βγαίνουν πολλά και ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τον τρόπο λειτουργίας των τραπεζιτών των κλασικών χρόνων.

Σημειώσεις

Πασίων: Αρχαίος τραπεζίτης περίφημος κατά τους χρόνους που έζησε ο Δημοσθένης, ονομαστός σε όλη την Ελλάδα. Αρχικά υπήρξε δούλος, έπειτα απελεύθερος και υπάλληλος στην τράπεζα του παλιού του κυρίου, στο τέλος δε ιδρυτής δικής του τράπεζας. Επειδή προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στην πόλη των Αθηνών του δόθηκαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Ως πολίτης ενεγράφη στο δήμο των Αχαρνέων. Έκτοτε επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο και μεγάλη ελευθεριότητα στην εκτέλεση λειτουργιών, πέθανε δε το 370 ή το 369 π.Χ., μετά από μακρά ασθένεια.

Τόκος: Ετυμολογείται από το ρήμα «τίκτω», ο τοκετός. Μεταφορικά σημαίνει και το κέρδος που αποφέρουν τα χρήματα που δανείζει κάποιος. Το «διάφορο».

Ο Αριστοφάνης παίζει πάνω στη διπλή σημασία της λέξης «τόκος» στις Θεσμοφοριάζουσες, 843 κ. εξ.

Το πρόβλημα του τόκου απασχόλησε από την αρχαιότητα την ανθρώπινη σκέψη. Ήδη ο Αριστοτέλης, στηριζόμενος επί της απόψεως της μη παραγωγικότητας του χρήματος, καταδίκαζε τον τόκο.Τα επιχειρήματα του Αριστοτέλη επανέλαβε και ο Θωμάς ο Ακινάτης.

Ιδε και (Πλάτ. Πολιτεία, Αριστ. Πολιτικά, Αριστοφ. Νεφέλες, Πλάτ. Νόμοι κ.ά.) ως και ανατοκισμός (Αριστ. Νεφέλες, Μένανδρος).

Ανατοκισμός: Ο τόκος που αποδίδουν οι τόκοι. Τόκος τόκων.

Ο ανατοκισμός μνημονεύεται υπό των αρχαίων συγγραφέων και ανευρίσκεται αναγραφόμενος και σε επιγραφές. Ο ανατοκισμός εισπραττόταν ακόμη και από ιερά. Ο Αριστοφάνης λέει στις «Νεφέλες»: «’Ιώ κλάετ’ ω βολοστάται, αυτοί τε και τ’ αρχαία και τόκοι τόκων».

Και ο ανατοκισμός απασχόλησε την ανθρώπινη σκέψη παλαιόθεν. Έχει υπολογιστεί πως ένα λεπτό που τοκίστηκε από την εποχή του Χριστού ως σήμερα, με απλό τόκο θα αυξανόταν σε 60 λεπτά ενώ με ανατοκισμό σε 54 εξάκις εκατομμύρια δραχμών!  Ο Ιουστινιανός απαγόρευσε τον ανατοκισμό.

Τοκογλύφος: «Ο γλύφων» τους τόκους, χαράζοντάς τους πάνω στα σανίδια του τραπεζιού του και υπολογίζοντάς τους μέχρι του τελευταίου λεπτού, φιλάργυρος και αισχροκερδής τοκιστής (Πλούταρχος, Φίλων Ι, 550, 16. ΙΙ, 585,1).

Τράπεζα: Το τραπέζι του αργυραμοιβού -χρηματιστή, τραπεζίτη- στην αγορά, επί του οποίου γίνονταν οι σχετικές πράξεις.

Τραπεζίτης: Αυτός που έχει στην αγορά χρηματιστηριακή τράπεζα, τραπεζίτης, κολλυβιστής, ή δανειστής, ανήκε δε αυτός ως επί το πλείστον στην τάξη των απελεύθερων.

Αργυραμοιβός: Αυτός που ανταλλάσσει νομίσματα, κολλυβιστής (πλάτ. Πολιτ. 289Ε, Θεόκρ. 12, 37). «Ο κέρμα αντί αργυρίου ανταλλασσόμενος, ο τραπεζίτης, ο αργυροπράττης, κολλεκτάριος» Σουίδ., Ησύχ.

Κολλυβιστής: Αργυραμοιβός μικρός, ως το κερματιστής.

Κόλλυβος: Μικρό νόμισμα, «κολλύβου αντί λεπτού», «για τίποτα». Το κέρδος που λαμβάνει ο αργυραμοιβός στην ανταλλαγή των νομισμάτων (κολλυβιστής).

 

0
0
0
s2sdefault
powered by social2s