Νέα Λιβερά: Χτίζοντας τη ζωή από το τίποτα- Γράφει ο Γιώργης Χρ. Μυρίδης

0
0
0
s2sdefault
powered by social2s

Νέα Λιβερά, η Νέα Πατρίδα για πολλούς που εκδιώχθηκαν από τις πατρογονικές εστίες με το μανδύα της διπλωματίας, και που με ελάχιστα υπάρχοντα και συνεχείς κακουχίες, βρέθηκαν μετά από μια διετή μετακίνηση σε ένα καινούργιο χωριό.
  Η Λιβερά Τραπεζούντος, η οποία σημειωτέον ήταν κωμόπολη και έδρα της Μητρόπολης Ροδοπόλεως, ήταν χτισμένη σε υψόμετρο 800 μ. και είχε μικτό πληθυσμό κυρίως Έλληνες, οι οποίοι ήσαν μετά το 1914 πάνω από 1000 και 10 οικογένειες Τούρκων, απείχε δε 24 χιλιόμετρα νότια/νοτιοδυτικά της Τραπεζούντας.

Το χρονικό του διωγμού αρχίζει για τους κατοίκους της μετά την καταστροφή της Σμύρνης, το Σεπτέμβριο του 1922 και συνεχίζεται μετά τη συμφωνία της Λωζάνης τον Ιανουάριο του 1923 για κάποιες οικογένειες που κατέληξαν στη Λακωνία. Ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της Λιβεράς εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία  και συγκεκριμένα στην Κοζάνη και στην Ξάνθη, όπου και υπάρχουν τα χωριά με το όνομα Λιβερά. Με τη συγκεκριμένη συμφωνία έγινε ανταλλαγή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας 500.000 μουσουλμάνων με 1.350.000 χριστιανών Ελλήνων.
 Για τούς μετέπειτα περίπου 150 κατοίκους της Νέας Λιβεράς που το 98% περίπου προέρχονταν από την κωμόπολη της Λιβεράς Τραπεζούντας, το οδοιπορικό μετά την εγκατάλειψη των πατρογονικών εστιών, περιελάμβανε μεταφορά με νοικιασμένα κάρα από τη Λιβερά στην Τραπεζούντα και από εκεί επιβίβαση σε πλοία για να οδηγηθούν στην Ελλάδα, με πολλές οικογένειες χωρίς την παρουσία του πατέρα που λόγω της δουλειάς στην Κωνσταντινούπολη ή στην Τραπεζούντα όπου πολλοί είχαν και δικά τους μαγαζιά, δέν ήλθαν μαζί και ήλθαν αργότερα στην Ελλάδα. Μία τέτοια περίπτωση μέσα σε πολλές άλλες, είναι και του παππού μου Ιωαν. Τιγκλιανίδη, ο οποίος μαζί με τον πατέρα του που είχε παπλωματοποιείο στην Κωνσταντινούπολη, ήλθε στην Ελλάδα το 1935 αφού έχασε το σπίτι και το μαγαζί που είχε ιδιοκτησία (όπως αναφέρει στο ημερολόγιο που μας άφησε η Μητέρα μου Ελισσάβετ Μυρίδη).
 Στη συνέχεια για ένα διάστημα περίπου δύο μηνών από το Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 1923, διαμονή σε σκηνές στη Μακρόνησο, (το μετέπειτα κολαστήριο για πολιτικούς κρατoύμενους), που τότε λειτούργησε σαν λοιμοκαθαρτήριο προσφύγων κυρίως από τον Πόντο.
 Πολλοί από αυτούς κυρίως άρρωστα παιδιά και ηλικιωμένοι και λόγω των ασθενιών και των απάνθρωπων συνθηκών διαβίωσης, έχασαν τη ζωή τους εκεί.
  Γιά τη συγκεκριμένη περίοδο διαμονής στη Μακρόνησο σχετικές μαρτυρίες έχουμε από τους γονείς μας. Υπάρχει δε και γραπτή μαρτυρία η οποία και αποδεικνύει ότι και οι συγκεκριμένοι πρόσφυγες πέρασαν από εκεί. Φαίνεται δε σε άδεια σελίδα βιβλίου Καινής Διαθήκης (έκδοσης 1912 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως), στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο "Γεώργιος Κ. Τιγκλιανίδης" και η ημερομηνία "Εν Μακρονήσω 17 Μαρτίου 1923 του Αγίου Λαζάρου". Δείτε και τη σχετική φωτογραφία.
  Το Πάσχα του 1923 με το παλιό ημερολόγιο έπεφτε 26 Μαρτίου, με το καινούργιο που τότε έγινε η αλλαγή πήγε 13 ημέρες αργότερα, δηλαδή  8 Απριλίου .
  Το οδοιπορικό συνεχίζεται μετά τη Μακρόνησο, για τους υπόλοιπους που επέζησαν, και με πλοία φθάνουν στο Γύθειο και από εκεί διανέμονται σε διάφορα χωριά γύρω από τη Σπάρτη (Ανώγεια, Ξηροκάμπι, Τρύπη, Αγιο Ιωάννη κ.ά), όπου και διέμεναν πλέον του ενός έτους σε σχολεία, εγκαταλελειμμένα σπίτια ή σε δημόσια κτίρια.
  Το 1924 στην επιτροπή που συστάθηκε από τους ίδιους τους πρόσφυγες, προτάθηκαν δύο εναλλακτικές περιοχές για τη δημιουργία οικισμού εγκατάστασής τους, σε εκτάσεις που παραχώρησε η Ιερά Μονή Καστρίου "Ζωοδόχος Πηγή". Η περιοχή στα "Μετόχια" και η περιοχή στους πρόποδες του Ταΰγετου η οποία και επελέγη από την επιτροπή, διότι όπως εκ των υστέρων διαπιστώνουμε, και βλέποντας τελευταία τα οδοιπορικά της ΕΤ3, έμοιαζε τοπογραφικά με τη Λιβερά στην Τραπεζούντα.
  Στην ανωτέρω περιοχή η επιτροπή αποκατάστασης που σύστησε το Ελληνικό κράτος έκτισε 42 σπίτια δύο δωματίων 40 περίπου τετραγωνικών, και ένα χώρο γύρω στα 15 τετραγωνικά (στάβλο) για να στεγάζουν τα ζώα (χάνι). Στα ημιτελή  αυτά σπίτια (μου έλεγε ο Πατέρας μου ότι το χώμα στο χειμωνιάτικο δωμάτιο έφθανε στο παράθυρο), άρχισαν να εγκαθίστανται ξεκινώντας το σκληρό αγώνα για την επιβίωση στη νέα τους πατρίδα που ονομάστηκε "Συνοικισμός Νέας Λιβεράς" το  1925 με 1926, χτίζοντας τη ζωή τους απ΄ το τίποτα.
 Τα ανωτέρω κτίρια δόθηκαν ως δάνειο και όχι δωρεάν όπως πολλοί θα πίστευαν, και ευτυχώς γι αυτούς κατά τη διάρκεια της κατοχής λόγω της υποτίμησης της δραχμής μπόρεσαν να τα ξεχρεώσουν πουλώντας λάδι ή ζώα  και έτσι να γλυτώσουν την προσωποκράτηση για χρέη στο δημόσιο, που για μερικούς είχε ήδη ξεκινήσει.

(σχετικές φωτογραφίες 2 και 3).
 Τα σπίτια που τους δόθηκαν αποτελούνταν από το χειμωνιάτικο το οποίο για πάτωμα είχε χώμα, (θυμάμαι σπίτια που μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1950 ήταν ακόμα σ' αυτή την κατάσταση), και το υπνοδωμάτιο (ωτά στα ποντιακά) που ήταν με ξύλινο πάτωμα.
Τα χρόνια που ακολούθησαν οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες μέσα σε αντίξοες συνθήκες με πολύ μεγάλο αγώνα προσπάθησαν να προσαρμοσθούν και να ζήσουν στο νέο περιβάλλον με τους ντόπιους κατοίκους του Καστρίου, που παρότι στην αρχή τους αντιμετώπισαν με καχυποψία και εχθρικά, στη συνέχεια όμως και στα χρόνια που ακολούθησαν, όχι μόνον τους συμπαραστάθηκαν ηθικά αλλά τους βοηθούσαν και υλικά, δίνοντάς τους για παράδειγμα και το γάλα από τις αγελάδες που εκείνοι δεν κατανάλωναν, για τους πρόσφυγες όμως ήταν η πρώτη ύλη για να φτιάχνουν τυρί, βούτυρο και γιαούρτι.
  Ο αγώνας για την επιβίωση δύσκολος, τα εδάφη κυρίως γύρω από τα σπίτια και οι μικρές εκτάσεις (κήποι αργότερα), ήσαν πετρώδη και χρειάστηκε καιρός και πολύς αγώνας για να μπορέσουν να καλλιεργηθούν τα απαραίτητα κηπευτικά για τις βασικές τους ανάγκες, (καθώς και για να θρέψουν στη συνέχεια τα ζώα τους), ώστε να είναι σε θέση να διαθέτουν τα στοιχειώδη για τη διατροφή και τη διαβίωση γι' αυτούς και τα παιδιά τους. Χρειάστηκε μεγάλος αγώνας κόπος και χρόνος για να τα διαμορφώσουν ώστε να γίνουν καλλιεργήσιμα. Όμως  με αγώνα, κόπους και σκληρή εργασία στα χωράφια και όπου αλλού υπήρχε μεροκάματο, κατάφεραν όχι μόνο να σταθούν ισάξια μέσα σε λίγα χρόνια με τους ντόπιους, αλλά και μερικοί απ' αυτούς να φτιάξουν μαγαζιά στο Καστόρειον, στη Σπάρτη και αλλού. Αναφέρω ενδεικτικά το εμπορικό του Αθ. Γεροντίδη και το υποδηματοποιείο του Μαστρο-Σάββα Συμεωνίδη στην Καστανιά, το παπλωματοποιείο του Κ. Πειμανίδη στη Σπάρτη, καθως και του Βασ. Σανταλίδη στον Πειραιά.
  Οι γονείς μας που ήλθαν 4, 5, 6 χρόνων, καθώς και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, ακολούθησαν τα μαθήματα του δημοτικού σχολείου στο κτίριο που λειτουργούσε σαν σχολείο, στον περιβάλλοντα χώρο της ιστορικής εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου στο Καστρί. Ο χώρος όμως ήταν πολύ μικρός για να χωρέσει τους μαθητές και των τριών χωριών με αποτέλεσμα να χρειάζεται καινούριος και μεγαλύτερος χώρος.
  Έτσι το 1929 επιτροπή από πρόσφυγες και ντόπιους, με χρήματα από τις αποζημιώσεις των προσφύγων και μετά από παραχώρηση οικοπέδου από την οικογένεια Γιαννούλη άρχισε να χτίζεται, και με προσωπική εργασία όλων των κατοίκων Καστρίου, Νέας Λιβεράς και Σερβέικων, το "Δημοτικό Σχολείο Νέας Λιβεράς" (όπως ονομάστηκε) το οποίο και λειτούργησε μέχρι το σχολικό έτος 1986 οπότε και έκλεισε ελλείψει μαθητών.
  Μετά τα πρώτα χρόνια προσαρμογής και συγχνωτισμού με τους ντόπιους κατοίκους η συνεργασία τους υπήρξε στη συνέχεια πολύ καλή και κατάφεραν με προσωπική εργασία όλων και τη χρηματική  βοήθεια κάποιων (αναφέρω τον ευεργέτη Νικόλαο Κολινιάτη), να ολοκληρωθεί το 1947 η κεντρική εκκλησία και των τριών χωριών, η Αγία Βαρβάρα, με πρώτο εφημέριο τον αείμνηστο Παπα-Γιώργη Κακούνη που μέχρι τότε ιερουργούσε στον Άγιο Γεώργιο.
  Όλα τα παραπάνω είναι αποτέλεσμα της συνεννόησης και της εκτίμησης που μετά τα πρώτα χρόνια δύσκολης προσαρμογής και συγκατοίκησης, αναπτύχθηκε μεταξύ των ντόπιων και των προσφύγων, πράγμα που παρέμεινε και τα επόμενα χρόνια. Θυμάμαι στο Καφεοινοπαντοπωλείο του πατέρα μου, ντόπιους και πρόσφυγες μαζί να συζητούν για τα προβλήματά τους, να γλεντούν και να χαίρονται όλοι μαζί, χωρίς να διακρίνεις καμία διαφορά ούτε φθόνο, παρά κατανόηση και συμπαράσταση του ενός και όλων προς τους άλλους.
  Εμείς που αποτελούμε τη συνέχεια των παππούδων και πατεράδων μας, οι οποίοι με τόσες δυσκολίες κατάφεραν να επιβιώσουν να μας μεγαλώσουν και να μας μεταφέρουν τα ιδανικά τα ήθη και τα έθιμά τους, θα τους θυμόμαστε και θα συνεχίσουμε παίρνοντας παράδειγμα από αυτούς να κρατήσουμε αυτά που μας άφησαν, ώστε να τα μεταφέρουμε και εμείς στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας.
 
  Γ. ΧΡ. ΜΥΡΙΔΗΣ

Δημοσιεύτηκε στον ΠΟΛΥΔΕΥΚΗ, τεύχος 18, σελ. 16-17

0
0
0
s2sdefault
powered by social2s