Ο Παρατηρητής

του βόρειου Ταΰγετου

Ημερολόγιο

October 2017
Mo Tu We Th Fr Sa Su
25 26 27 28 29 30 1
2 3 4 5 6 7 8
9 10 11 12 13 14 15
16 17 18 19 20 21 22
23 24 25 26 27 28 29
30 31 1 2 3 4 5
  • 1
  • 2
Prev Next
Ευρωπαϊκή στήριξη σε Έλληνες αγρότες

Ευρωπαϊκή στήριξη σε Έλληνες αγρότες

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμφώνησε να επιτρέψει σε άλλα πέντε κράτη μέλη, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, να αυξήσουν τις προκαταβολές στους αγρότες που πλήττονται από δυσχερείς κλιματολογικές συνθήκες κατά το...

Κανονικά θα δοθούν τα συγγράμματα στους φοιτητές, λέει ο Ελληνας Υπ. Παιδείας

Κανονικά θα δοθούν τα συγγράμματα στους …

Διαβεβαιώσεις ότι θα γίνει κανονικά η διανομή των συγγραμμάτων στους φοιτητές και στους σπουδαστές, έδωσε ο Έλληνας Υπουργός Παιδείας, Κώστας Γαβρόγλου.

  • 1
  • 2
Prev Next
  • 1
  • 2
  • 3
Prev Next
  • 1
  • 2
  • 3
Prev Next

Ζάγκλα= δρεπάνι (zάγκλον το δρέπανον προς θερισμόν). Η πρώτη εντύπωση με το άκουσμα της λέξης, είναι πως πρόκειται για μια ξενόφερτη λέξη,  πιθανόν σλαβοτουρκικής προέλευσης που χρησιμοποιούσαν οι αγρότες. Και όμως πρόκειται για την αρχαία λέξη διάγκυλον (αγκύλη) και μετά από παραφθορά έγινε ζάγκλον αφού το δ(έλτα) μετατράπηκε σε ζ(ήτα), όπως π.χ. συνέβη στις λέξεις διόγκος <ζιόγκος (τσιόγκος =ρόζος) ή διουλούφι <τζουλούφι< τσουλούφι, διαβολιά <ζαβολιά (Δρανδάκης).

Το δρεπάνι (ζάγκλο) είναι γυριστό για να αγκαλιάζει και να δρέπει.  Έξω από το Καστρί υπάρχει μία μεγάλη στροφή γυριστή σαν δρεπάνι που ονομάζεται Μεγάλη Ζάγκλα. Ζάγκλη είναι το αρχαίο όνομα της Μεσσήνης στην Μεγάλη Ελλάδα, από το σχήμα της φυσικής προκυμαίας η οποία σχηματίζει το λιμάνι. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και η μικρή αγκύλη, η αγκυλίτσα <αγκλίτσα <γκλίτσα <κλίτσα, εργαλείο απαραίτητο στον τσοπάνη, για να πιάνει τα ζωντανά του. (Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούσε ο μισότυφλος παππούς μου την αγκύλη της μαγκούρας του, μας τσάκωνε από το λαιμό και μας τραβούσε κοντά του για να καταλάβει ποιο από τα 14 εγγόνια του, τον τριγύριζε).
Χουλιάρι= κουτάλι. Είναι η λέξη κοχλιάριον, υποκοριστικό της λέξης κοχλίας, χοχλιός (σαλίγκαρος). Το κοχλιάριον (=χουλιάρι), σκεύος διαδεδομένο σε όλους τους λαούς ήταν από όστρακο, ξύλο ή μέταλλο για τα φαγητά που ήσαν σε υγρή κατάσταση. Οι πρωτόγονοι έφτιαχναν χουλιάρια από οστά, όστρακα ή κέρατα. Στις ορεινές περιοχές, πριν από πάμπολλα χρόνια, οι άνθρωποι σκάλιζαν σε ξύλο τα πιάτα τους (πινάκια) και τα κουταλοπήρουνά τους. Αργότερα τα αντικείμενα αυτά έγιναν μεταλλικά και αυτά χρησιμοποιούνται σε ευρεία κλίμακα και σήμερα. Πριν όμως φθάσουν οι άνθρωποι σε αυτήν την εξέλιξη, για να φάνε ρευστά φαγητά χρησιμοποιούσαν άδεια κελύφη από μεγάλα σαλιγκάρια δηλ. κοχλίες. Ο Φαίδων Κουκουλές στα «Γεωργικά» του αναφέρει πως οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν περόνια (πιρούνια), κοχλιάρια και μεταξύ άλλων έτρωγαν μυδοπίλαφο. Και σήμερα σε μοδάτα φαγάδικα ρουφάνε τα θαλασσινά όστρακα, γυαλιστερές, μύδια κ.λπ. και στη συνέχεια τα χρησιμοποιούν σαν κουτάλια. Σε λαογραφική εργασία των Μεγάρων γράφεται: «Το έλαιον συλλέγεται δια του οστράκου κοχλίου εις μεταλλικά προς τούτο δοχεία και μεταφέρεται κατόπιν εις την οικίαν όπου εναποθηκεύεται εις λιθίνους πίθους ή μεταλλικά κιβώτια». Πρόκειται για όστρακο μεγάλου κοχλία που τον χρησιμοποιούσαν και σαν βούκινο, ενώ ο μικρός κοχλίας λέγεται κοχλιάριον (χουλιάρι). Στο χωριό λένε για τους γέρους, «θέλει αγκωνή και χουλιάρι» γιατί όπως ήταν ξεδοντιασμένοι έτρωγαν χυλό και σούπες.
Παξιμάδι, μεσαιωνικά παξαμάδιον, παξιμάδιον, παξαμάς (= το φρυγανισμένο ψωμί). Η λέξη προέρχεται  από το όνομα του Παξάμου, αρτοποιού, μαγείρου τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Ο Πάξαμος ή Παξαμάς είναι αρχαίος γραμματικός από τους λογίους, ο οποίος έγραψε πολλά συγγράμματα, όπως «Οψαρτυτικά κατά στοιχείον αλφαβητικώς», «Βαφικά», «Γεωργικά» κ.λπ.  Πιθανόν είναι ο εφευρέτης του δίπυρου άρτου δηλ. του ψωμιού που ψήνεται δύο φορές και από αυτόν πήρε το όνομα παξαμίς, παξαμάτης, παξαμάτιον, παξιμάδιον.        
Αρβάλα (αρβάλημα, αρβαλητό) =ο θόρυβος που προκαλείται από το κτύπημα των αρβαλιών και γενικά ο θόρυβος. Αρβάλια είναι οι πρόσθετες κινητές λαβές στα καζάνια . Υπάρχει το ρήμα αρβαλάω και αρβαλίζω που σημαίνει χτυπάω τα αρβάλια του καζανιού και γενικά θορυβώ. Στο χωριό λέγανε ακούγεται ή γίνεται αρβάλα, όταν τα κουνάβια στις παλιές σκεπές, ανακώλωναν τα κεραμίδια αναζητώντας σφηκοφωλιές ή όταν στο κατώι του σπιτιού και στις αποθήκες έκαναν επίθεση ποντικοί αναζητώντας τροφή. Εκεί συνήθως ρήμαζαν τα καρύδια, κάνοντας τον γνώριμο στους παλιούς θόρυβο και στη βιασύνη τους παρασέρνανε και αναποδογυρίζανε διάφορα εργαλεία και σκεύη. Ένας μεγάλος αρουραίος που ζει σε αγροτικές περιοχές είναι και ο mus arvalis ο οποίος αναζητάει τροφή σε αγροτικούς οικισμούς, κάνει μεγάλη αρβάλα και με περισσό θράσος επιτίθεται και στις γάτες. Η λέξη θησαυρίζεται στον Δρανδάκη, στο λεξικό Μποσταντζόγλου, στον Φ. Κουκουλέ κ.ά.  

  • Λέξεις
  • Διεθνείς

Πρωτοσέλιδα

Πρόγραμμα Τηλεόρασης